ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ

Οι δικηγόροι ποινικολόγοι του γραφείου μας παρακολουθώντας τις εξελίξεις και τις συχνές πλέον τροποποιήσεις που γίνονται στο ποινικό μας κώδικα είναι σε θέση να σας ενημερώσουν για την ψήφιση του Ν. 5090/2024, με τον οποίο επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο ποινικό μας δίκαιο και εν προκειμένω όσον αφορά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα, από 1η Μαΐου του 2024 αποποινικοποιήθηκε η απλή δυσφήμηση με την κατάργηση του άρθρου 362 του Ποινικού Κώδικα και επήλθαν αλλαγές στο άρθρο 363 της συκοφαντικής δυσφήμησης. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν δεν αφορούν τις προβλεπόμενες ποινές, οι οποίες παρέμειναν ίδιες, αλλά την έννοια του «τρίτου» ενώπιον του οποίου πρέπει να γίνει η διάδοση ενός ψευδούς και συκοφαντικού ισχυρισμού για να τελεστεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης .

Το νέο άρθρο 363 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης.».

Ένας έμπειρος ποινικολόγος γνωρίζει ότι μέχρι την ψήφιση του νέου νόμου, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου είχε κρίνει ότι στην έννοια του τρίτου περιλαμβάνονται και οι δημόσιοι λειτουργοί, δηλαδή οι δικαστές, οι δικαστικοί επιμελητές, οι εισαγγελείς κλπ, με αποτέλεσμα πολλοί να είχαν καταδικαστεί από τα ποινικά δικαστήρια επειδή σε δικόγραφά τους ανέφεραν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα που έθιγαν την τιμή και την υπόληψη του αντιδίκου τους. Μετά την τροποποίηση όμως του άρθρου 363 του ΠΚ, ρητώς προβλέπεται ότι στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται πλέον δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων στην πολιτική δίκη. Δικαιολογητική βάση μάλιστα της ρύθμισης αυτής είναι ότι τα πρόσωπα αυτά δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης.

Η στροφή αυτή του νόμου δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ανατροπή καταδικαστικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, απαιτείται όμως ο κατάλληλος χειρισμός της υπόθεσης από έναν έμπειρο ποινικολόγο. Ο ποινικολόγος Παναγιώτης Οικονόμου έχει χειριστεί πολλές υποθέσεις συκοφαντικής δυσφήμησης, τόσο από την πλευρά του θιγόμενου όσο και από την πλευρά της υπερασπίσεως του φερόμενου ως δράστη.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται : α/ ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο β/ ενώπιον τρίτου, γ/ για κάποιον άλλο δ/ ψευδούς γεγονότος ε/ που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν ο δράστης μεταδίδει μία ανακοίνωση που έγινε από άλλον χωρίς να την υιοθετεί. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου προσώπου, δηλαδή διάφορου από τον παθόντα (αυτόν που συκοφαντήθηκε), με την εξαίρεση πλέον των δημοσίων λειτουργών.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου.

Η «τιμή» του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. «Τιμή» είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία της εκπλήρωσης των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ «υπόληψη» είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνία αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Αν δηλαδή ο δράστης πίστευε ότι το γεγονός είναι αληθινό ή αν είχε αμφιβολίες για την αλήθεια τούτου δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Η ποινική δίωξη στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης  ασκείται μόνο ύστερα από την υποβολή εγκλήσεως από τον παθόντα εντός τρίμηνης προθεσμίας από την ημέρα που ο παθών έλαβε πλήρη και σαφή γνώση για την πράξη που τελέστηκε σε βάρος του και για το πρόσωπο του δράστη.

Αν έχετε κάποια υπόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης μπορείτε να κλείσετε ένα ραντεβού με τον ποινικολόγο Παναγιώτη Οικονόμου για να σας συμβουλεύσει και να χειριστεί την υπόθεσή σας με επαγγελματισμό και σοβαρότητα.