ΚΛΟΠΗ

Η κλοπή είναι έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας και συνίσταται στην αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ’ αυτόν, χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα ιδιοκτησίας επ’ αυτού. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της υφισταμένης ξένης κατοχής επί του κινητού πράγματος και την θεμελίωση νέας επ’ αυτού κατοχής από τον δράστη. Απαραίτητο στοιχείο του εγκλήματος της κλοπής είναι ο δράστης να έχει σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Παραδείγματος χάριν, δεν τελεί κλοπή εκείνος που αφαιρεί ξένο αυτοκίνητο με σκοπό να το χρησιμοποιήσει ως μέσο διαφυγής του και μετά να το εγκαταλείψει.

Οι ποινικολόγος Παναγιώτης Οικονόμου έχει ασχοληθεί με πολλές περιπτώσεις κλοπής διαφόρων αντικειμένων, εκ των οποίων άλλα έχουν χαμηλή αξία και άλλα ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 372 ΠΚ, η ποινή της κλοπής στη βασική της μορφή είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή. Όταν όμως το αντικείμενο της κλοπής έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία, τότε το αδίκημα της κλοπής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους. Για την αξία δε του αντικειμένου της κλοπής ως ιδιαίτερα μεγάλης κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 707/2020, ΑΠ 1181/2019).

Συμπερασμετικά, όπως θα σας ενημερώσει ένα ποινικολόγος, για να χαρακτηριστεί δηλαδή μία πράξη ως κλοπή θα πρέπει : α/ η αφαίρεση να αφορά κινητό πράγμα, διότι η καταπάτηση ξένων ακινήτων δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηριστεί ως κλοπή. Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Ποινικό Κώδικα και η ηλεκτρική και κάθε άλλης μορφής ενέργεια, β/ το πράγμα που αφαιρείται να βρίσκεται στην κατοχή άλλου, διότι αν το πράγμα βρίσκεται ήδη στην κατοχή του δράστη πριν αποφασίσει ο τελευταίος να το ιδιοποιηθεί – είτε γιατί του το έχει εμπιστευθεί ο κύριος είτε γιατί το πήρε για άλλο λόγο – , τότε διαπράττεται το έγκλημα της υπεξαίρεσης, γ/ ο δράστης θα πρέπει να έχει σκοπό τη στιγμή της αφαίρεσης του πράγματος να το ιδιοποιηθεί. Δεν είναι δηλαδή κλοπή η αφαίρεση ξένου πράγματος με σκοπό την πρόσκαιρη χρήση και κατόπιν επιστροφή του στον αρχικό κάτοχο.

Το στοιχείο που διαφοροποιεί την κλοπή από τη ληστεία είναι η χρήση ή μη βίας. Στην περίπτωση της κλοπής δηλαδή η αφαίρεση δεν πρέπει να έχει γίνει με βία, αλλιώς ο δράστης διαπράττει ληστεία και όχι κλοπή. Κάποιες φορές όμως το αν έχει ασκηθεί βία ή όχι είναι δυσδιάκριτο και γι’ αυτό απαιτείται ο χειρισμός μιας τέτοιας υπόθεσης από έναν έμπειρο δικηγόρο-ποινικολόγο.

Για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η ύπαρξη δόλου, δηλαδή η βούληση από τον δράστη παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η πραγμάτωση εντέλει αυτών των περιστατικών. Υπάρχουν επίσης μορφές κλοπής ανάλογα με το αντικείμενο ή με τον τρόπο που τιμωρούνται βαρύτερα (διακεκριμένη κλοπή).

Πότε το αδίκημα της κλοπής από πλημμέλημα γίνεται κακούργημα;

Σύμφωνα με το άρθρο 374 ΠΚ αν
α/ ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας,
β/ ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο,
βα/ ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα προορισμένο από τη θέση του ή από την κατασκευή του για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας ή την ασφάλεια της συγκοινωνίας μέσων σταθερής τροχιάς, πλοίων ή αεροσκαφών,
ββ/ ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα που αποτελεί τμήμα εξοπλισμού δικτύου μεταφοράς ή διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή δικτύου αποχέτευσης ομβρίων και ακαθάρτων υδάτων,
γ/ η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ,
δ/ τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών,
ε/ η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ’ επάγγελμα, τότε η κλοπή είναι κακούργημα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.

Τέλος, στο ποινικό μας δίκαιο προβλέπεται και η κλοπή ευτελούς αξίας αντικειμένου, η οποία είναι ελαφρύτερη μορφή κλοπής και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 377 ΠΚ επισύρει μόνο χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν μάλιστα η πράξη της κλοπής έγινε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση μπορεί κατά την κρίση του δικαστηρίου να παραμείνει και ατιμώρητη.